Ο έλληνας οπερατέρ του Μπουνιουέλ και του Γκοντάρ

Ο έλληνας οπερατέρ του Μπουνιουέλ και του Γκοντάρ

54Όσοι γνωρίζουν τον Αλέξη Γρίβα (φωτ.) μπορούν να πουν πολλά για το αυστηρό, μάλλον αγέλαστο και, κάποτε, απότομο ύφος του, τα οποία συνοψίζουν συνήθως στον χαρακτηρισμό «ιδιαίτερος άνθρωπος», αλλά σε ένα τουλάχιστον σημείο δεν θα διαφωνήσουν: στη σεμνότητα και στον επαγγελματισμό του. Ο σκηνοθέτης Αρτούρο Ριπστάιν επιγράφει σημείωμα του για τον Έλληνα διευθυντή φωτογραφίας, με αφορμή πρόσφατη βράβευσή του, ως: «Η ιδιαίτερη περίπτωση του Μεξικανού Αλέξη Γρίβα».

Πριν από ένα μήνα περίπου, ο Αλ. Γρίβας κράτησε στα χέρια του το βραβείο Σαλβαδόρ Τοσκάνο «για την προσφορά του στον κινηματογράφο». Μια ξεχωριστή τιμή που επιφυλάσσει το μεξικανικό κράτος σε προσωπικότητες που έχουν προσφέρει στο σινεμά της χώρας, στηρίζοντας και προωθώντας τις ταινίες του. Είναι και η πρώτη φορά που αποφάσισε να κοινοποιήσει τη διάκριση, η οποία δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η μόνη που έχει λάβει στην 50χρονη καριέρα του (το 1987 απέκτησε τον τίτλο του Ιππότη Γραμμάτων και Τεχνών από τον Ζακ Λαγκ). Τη θεωρεί όμως την πιο σημαντική καθώς, όπως δηλώνει ο ίδιος, αισθάνεται «μισός Μεξικανός μισός Έλληνας». Ζώντας εκεί για 10 χρόνια (1968 – 1978), συναναστράφηκε και συνεργάστηκε με μύθους, όπως ο Λουίς Μπουνιουέλ, χρίστηκε ο «Έλληνας οπερατέρ του Νέου Μεξικανικού κινηματογράφου», δούλεψε σε πολλές ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους φιξιόν, ντοκιμαντέρ και ποικίλες τηλεοπτικές παραγωγές. Όμως, η διεύθυνση φωτογραφίας είναι η μία μόνο πλευρά του. Γιατί ο Αλ. Γρίβας εργάζεται και ως δημοσιογράφος, ανταποκριτής του ScreeInternational, ξένων εφημερίδων και εντύπων, σε θέματα που αφορούν το σινεμά. Η παράλληλη αυτή καριέρα του ξεκίνησε στη δεκαετία του ’60 στη «Δημοκρατική Αλλαγή» με το ψευδώνυμο Φώτης Αλεξίου. Από το 1992 – 93, η «έδρα» του βρίσκεται στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου εργάζεται ως Συντονιστής του Διεθνούς Προγράμματος μαζί με την Ιλσε Ασεβέδο και υπεύθυνος Ξένου Τύπου.
Στα γραφεία του Φεστιβάλ, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, είναι ο πρώτος που πηγαίνει, πολύ νωρίς το πρωί, και ο τελευταίος που φεύγει. Λιγομίλητος, απαιτητικός από τον εαυτό του και τους συνεργάτες του, εξαντλητικά ενημερωμένος σε ό, τι αφορά το αντικείμενό του. Ο Παντελής Βούλγαρης τον προσδιορίζει ως «εσωστρεφή, που επιμένει και θέλει να είναι στη σκιά».

Χρειάστηκε να παρακολουθήσουμε ένα τηλεοπτικό πορτρέτο του Αλ. Γρίβα από τον Ηλία Γιαννακάκη (στη σειρά «Σκιές στο φως», που αναφέρεται σε δέκα διευθυντές φωτογραφίας και η οποία δεν έχει αρχίσει να προβάλλεται ακόμη από την ΕΤ), για να αποσαφηνίσουμε στοιχεία για τη ζωή του, να οργανώσουμε ένα πλούσιο παζλ από ψηφίδες, ελάχιστα γνωστές σε περιορισμένο κύκλο ανθρώπων. «Ο Αλέξης είναι άνθρωπος του διεθνούς κινηματογράφου που χαίρει μεγάλου σεβασμού», λέει ο Π. Βούλγαρης, ενώ ένας άλλος συνεργάτης του, ο σκηνοθέτης Τάσος Ψαρράς, θυμάται την εποχή που τον πρωτοσυνάντησε στις Κάννες. Είδε κάποιον, αφηγείται, να μπαίνει στην αίθουσα και να σταματάει κάθε ένα μέτρο για να χαιρετήσει τον Γκοντάρ, τον Ρομέρ, τον Αντονιόνι…
Στο πορτρέτο αυτό, ο Αλ. Γρίβας περιγράφει την πορεία του από τη Σχολή Σταυράκου στην IDHEC στο Παρίσι, τη γνωριμία και συγκατοίκησή του με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, την στενή σχέση του με τον Γκοντάρ, πρώτα ως δεύτερος βοηθός του στο «Weekend», στη συνέχεια ως γαμπρός του, αφού παντρεύτηκε την αδελφή του Βερονίκ. Το στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ελλάδα και η πρόσκληση των Μεξικανών σκηνοθετών Πολ Λεντούκ και Ραφαέλ Καστανέδο (ανάμεσα σε άλλους) τον οδηγούν στο Μεξικό. Η συγκυρία των Ολυμπιακών Αγώνων του ’68, τον φέρνει για γύρισμα στην Ελλάδα, για την αφή της Ολυμπιακής Φλόγας, και στη συνέχεια για μια ολόκληρη δεκαετία στη «δεύτερη πατρίδα του». Η λέξη «συγκυρία», επανέρχεται συχνά στη συζήτησή μας με τον Αλέξη Γρίβα. «Στάθηκα πολύ τυχερός στη ζωή μου», λέει ο 70χρονος (δυσκολεύεσαι να το πιστέψεις), διευθυντής φωτογραφίας.

• Τη σωστή στιγμή
«Ήμουν στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή. Εξάλλου ό, τι έκανα δεν το έκανα μόνος μου. Ο κινηματογράφος είναι συλλογική υπόθεση. Η επιτυχία σου εξαρτάται από τη συμμετοχή και την προσφορά των άλλων». Έτσι εξηγεί την «εμπειρία της Χιλής», τον Νοέμβριο του 1973 όταν ο στρατός λεηλάτησε το σπίτι του Πάμπλο Νερούδα και ο Αλ. Γρίβας αποτύπωσε τις εικόνες της καταστροφής μαζί με τη συγκλονιστική κηδεία του ποιητή. «Ήμουν εκεί που έπρεπε τη στιγμή του έπρεπε», σχολιάζει λακωνικά. Όπως και η συνέντευξη που πήρε από τον Πινοσέτ, που «χρησίμευσε για να δείξει αυτό που έγινε στη Χιλή».
Συντάσσεται πλήρως με την άποψη του Γκοντάρ ότι «ο τρόπος κινηματογράφησης και η γωνία λήψης έχουν ηθικό βάρος». Το εφάρμοσε, εξάλλου, όχι μόνο σε όλες τις συνεργασίες του αλλά και στη μικρού μήκους «750.000», που γύρισε το 1966 στο Παρίσι, παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης της ίδιας χρονιάς και στη συνέχεια απαγόρευσε η λογοκρισία. Μια ασπρόμαυρη 20λεπτη ταινία που αναφέρεται στους Έλληνες εργάτες στην Ευρώπη.

Η ιστορία του Αλέξη Γρίβα όσο «αθόρυβη» κι αν είναι άλλο τόσο σύνθετη, εμφανίζεται. Από ένα μικρό φιλμάκι που προβλήθηκε τη βραδιά της πρόσφατης βράβευσής του στην πόλη του Μεξικού, διαπιστώσαμε ότι είχε αξιομνημόνευτες επιδόσεις και ως αθλητής, συμμετέχοντας στην Εθνική Ομάδα Νέων Στίβου. Ως σήμερα, εξακολουθεί να πορεύεται με περισσότερες από μία δραστηριότητες (προτείνει ταινίες από την Ελλάδα και το Μεξικό στο Φεστιβάλ Βερολίνου, για παράδειγμα).
Ο Αλέξης Γρίβας έχει δυο γιους, από δύο γάμους, τον Πολ (σκηνοθέτη, βοηθό του Γκοντάρ, συνεργάτη του Φεστιβάλ Καννών στο «Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών) και τον Αλέξανδρο (που σπουδάζει σινεμά). Την ανένταχτη και αυθαίρετη προσωπικότητα του διευθυντή φωτογραφίας περιγράφει ο «συμπατριώτης» του Αρτούρο Ριπστάιν: «Μια μέρα έφτασε στη χώρα μας ένας ψηλός Ελληνας. Ηρθε κι έμεινε. Γιατί διάλεξε μια χώρα άγρια και άγονη που δεν λέει «ευχαριστώ»; Ο δεσμός έχει μόνο ένα λόγο και μια σφραγίδα: το σινεμά. Σηκώνει το βάρος του μεξικανικού κινηματογράφου στους ώμους του. Γιατί ανέλαβε αυτήν την ευθύνη; Γιατί έτσι του αρέσει».
(Πηγή: Καθημερινή)

NO COMMENTS

Leave a Reply