“Παρίσι – Αθήνα 1919-1939. Το διπλό ταξίδι”: Διεθνές Συνέδριο στο Μουσείο Μπενάκη

“Παρίσι – Αθήνα 1919-1939. Το διπλό ταξίδι”: Διεθνές Συνέδριο στο Μουσείο Μπενάκη

Οι καλλιτεχνικές και πνευματικές σχέσεις Ελλάδας-Γαλλίας στη διάρκεια του μεσοπολέμου είναι το θέμα του τριήμερου διεθνούς συνεδρίου “Παρίσι – Αθήνα 1919-1939” το οποίο ξεκίνησε χθες στο Μουσείο Μπενάκη.

Το συνέδριο που διοργανώνεται από το Μουσείο Μπενάκη, τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή και το Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών, σε συνεργασία με το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, αποτελεί την κατάληξη του ομώνυμου τετραετούς Ερευνητικού Προγράμματος, το οποίο ξεκίνησε το 2008, για τις πολιτιστικές ανταλλαγές μεταξύ Ελλάδας-Γαλλίας στο μεσοπόλεμο. Είναι μία περίοδος κατά την οποία αναπτύχθηκε με εξαιρετικά γόνιμα αποτελέσματα η κινητικότητα καλλιτεχνών, λογοτεχνών και διανοουμένων από τη μία πρωτεύουσα προς την άλλη και κυρίως των Ελλήνων προς το Παρίσι, που είχε αναδειχθεί διεθνώς ως το ισχυρότερο πολιτιστικό κέντρο της εποχής.

Ο καθηγητής του ΕΜΠ και μέλος της ερευνητικής ομάδας του προγράμματος Παναγιώτης Τουρνικιώτης μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ είπε ότι: “είναι μία περίοδος κατά την οποία η Αθήνα θα ήθελε να γίνει ένα Παρίσι και το Παρίσι θα ήθελε να έχει μία αρχαιότητα. Οι Γάλλοι ήρθαν στην Ελλάδα αναζητώντας την αρχαιότητα και τον εκμοντερνισμό της, αναζητώντας τη μοντέρνα τέχνη τους, τη μοντέρνα αρχιτεκτονική τους μέσα από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Οι Έλληνες από την άλλη πλευρά δεν μπορούσαν να απαγκιστρωθούν από τη σχέση της εθνικής ταυτότητας που τους συνέδεε με την αρχαιότητα, κοίταζαν το Παρίσι αναζητώντας τον εκσυγχρονισμό, ο οποίος είναι ταυτόχρονα καλλιτεχνικός, δημιουργικός, φιλοσοφικός αλλά και κοινωνικός και οικονομικός”.

“Τις σχέσεις της Ελλάδας – Γαλλίας στο διάστημα του μεσοπολέμου θα τις χαρακτήριζα άνισες”, τόνισε ο διευθυντής του Ιδρύματος Μεσογειακών Σπουδών Χρήστος Χατζηιωσήφ. “Η Γαλλία ασκούσε μία τεράστια έλξη στον ελληνικό αστικό κόσμο τόσο πολιτική όσο και πολιτισμική, η οποία όμως δεν έβρισκε ανταπόκριση, γιατί η Ελλάδα ήταν μια ηττημένη χώρα σε οικονομική κρίση, της οποίας το βάρος στη γαλλική εξωτερική πολιτική ήταν μειωμένο σε σχέση με νέες χώρες της εποχής όπως η Γιουγκοσλαβία, η Τσεχοσλοβακία κλπ. Από την Ελλάδα περίμεναν μόνο το ρόλο του καλού μαθητή που δεν θα κάνει και πολλές ερωτήσεις. Ο Βενιζέλος πέφτει στην εκτίμησή τους ακριβώς επειδή προσπαθεί να κάνει μία πιο ανεξάρτητη πολιτική, ενώ οι φιλομοναρχικοί οι οποίοι ευθυγραμμίζονται μαζί τους, για λόγους καιροσκοπισμού, αναβαθμίζονται στην εκτίμηση της γαλλικής πολιτικής. Και αυτό έχει επίδραση και στις πολιτιστικές επαφές μέχρι να αρχίσουν να αναθεωρούνται τα στερεότυπα” συμπλήρωσε ο κ. Χατζηιωσήφ.

Στο πλαίσιο του συνεδρίου Έλληνες και Γάλλοι ιστορικοί της τέχνης, της λογοτεχνίας, της αρχιτεκτονικής, της φωτογραφίας, του θεάτρου, των διακοσμητικών τεχνών καθώς και αρχαιολόγοι, μουσικολόγοι και αρχιτέκτονες, διερευνούν τις πολιτισμικές σχέσεις Ελλάδας-Γαλλίας στα διάφορα πολιτισμικά πεδία και επιχειρούν να αναδείξουν τις σχέσεις των δύο χωρών μέσα από την καλλιτεχνική παραγωγή και την ευρύτερη πνευματική ζωή. Παράλληλα, θα συζητηθούν περιπτώσεις Eλλήνων καλλιτεχνών, διανοουμένων και συγγραφέων που σπούδασαν ή έδρασαν στη Γαλλία, όπως οι Κώστας Βάρναλης, Νικόλας Κάλας, Θανάσης Απάρτης, Δημήτρης Γαλάνης, Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Christian Zervos, Teriade κ.ά. και Γάλλων καλλιτεχνών, φωτογράφων, συγγραφέων, αρχιτεκτόνων που επισκέφθηκαν ή εμπνεύστηκαν από την Ελλάδα, όπως οι Eli Lotar, Ossip Zadkine, Raymond Queneau, Paul Valery, Ernest Hebrard, Le Corbusier κλπ.

 

(Πηγή: ana-mpa)

 

NO COMMENTS

Leave a Reply